Conference “Caring for Carers” at the office of the European Parliament in Greece organized by EPIONI and the University of Athens

Conference “Caring for Carers” at the office of the European Parliament in Greece organized by EPIONI and the University of Athens

Τη Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου έλαβα μέρος στην εκδήλωση με θέμα “Caring for Carers”, που διοργανώθηκε από το EPIONI και το Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Ακολουθεί η ομιλία μου:

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Είναι τιμή μου, που βρίσκομαι κοντά σας σήμερα σε αυτή την τόσο επίκαιρη και εμπνευσμένη διαδικτυακή ημερίδα. Γνωρίζω, ότι διακεκριμένοι ομιλητές και εργαζόμενοι από το χώρο της ψυχικής υγείας σε ολόκληρο τον κόσμο βρίσκονται σήμερα εδώ, προκειμένου να συνδιαλλαγούν και να ανταλλάξουν χρήσιμες απόψεις και πρακτικές για την θεραπευτική διαχείριση της κατάθλιψης, με έμφαση στην προάσπιση της ψυχικής υγείας και της ανθεκτικότητας των φροντιστών των ατόμων, που πάσχουν από αυτή την τόσο πολυμορφική και πολύ-παραγοντική συναισθηματική διαταραχή.

Τους τελευταίους μήνες, ήρθαμε αντιμέτωποι με μία πρωτόγνωρη υγειονομική κρίση στην Ευρώπη, η οποία έφερε γι’ ακόμα μία φορά στο προσκήνιο το διακύβευμα της διαφύλαξης της ψυχικής υγείας των ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο. Μολονότι, μέχρι πρότινος η πλειοψηφία των ατόμων είχε την τάση να αναγνωρίζει ευκολότερα τα σημάδια της ύπαρξης κάποιας οργανικής νόσου και έτσι να προστρέχει πιο έγκαιρα στους ειδικούς, την τελευταία δεκαετία, αυτή η στάση φαίνεται πως έχει αλλάξει, και το γεγονός αυτό, με καθιστά ιδιαίτερα αισιόδοξο για το μέλλον της ψυχικής υγείας στην Ευρώπη τόσο ως ψυχίατρο και πολιτικό όσο και ως άνθρωπο.

Ως γιατρός, είδα ανθρώπους και οικογένειες να εγκλωβίζονται στη δύνη της κατάθλιψης για χρόνια και να συνθλίβονται μέχρι να αναζητήσουν την κατάλληλη για αυτούς βοήθεια. Ως πολιτικός, συναντώ ακόμα και σήμερα ανθρώπους, που δεν είναι επαρκώς ενημερωμένοι για το δικαίωμα τους στην υγεία, και που δυστυχώς, καθυστερούν σημαντικά να αποκτήσουν την απαραίτητη πρόσβαση στις αρμόδιες γι’ αυτούς υπηρεσίες. Παρ’ όλο, που τα τελευταία χρόνια, η τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη των κοινωνιών μας είναι ραγδαία, το στίγμα και οι προκαταλήψεις γύρω από την ψυχική ασθένεια συνεχίζουν να αποτελούν ισχυρό εμπόδιο στην επίτευξη της ουσιαστικής ευημερίας των πολιτών και αυτό είναι κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να αλλάξει.

Ως εργαζόμενοι στο χώρο της ψυχικής υγείας γνωρίζουμε πολύ καλά πόσο κρίσιμη θεωρείται η συμβολή του περιβάλλοντος τόσο στην εκδήλωση όσο και στην αντιμετώπιση της καταθλιπτικής συμπτωματολογίας. Όταν ένα κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον διανύει επαναλαμβανόμενες κρίσεις και συγκρούσεις τότε τα επίπεδα του στρες στην καθημερινότητα των ανθρώπων αυξάνονται και σε συνδυασμό με άλλους βιολογικούς παράγοντες και προσωπικά βιώματα ζωής είναι ικανό να πυροδοτήσει τη συναισθηματική τους αποσταθεροποίηση.

Αναμφίβολα, ο ρόλος των φροντιστών στην αποκατάσταση της ψυχικής υγείας των ατόμων, που αντιμετωπίζουν συναισθηματικές διαταραχές, θεωρείται κομβικής σημασίας. Μάλιστα, εντοπίζονται αρκετές επιστημονικές μελέτες που υποδεικνύουν, ότι ο «ανθρώπινος παράγοντας» και η ποιότητα της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στον φροντιστή και σε εκείνον που λαμβάνει τις υπηρεσίες φροντίδας, δύνανται να επηρεάσουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τη συνολική έκβαση της υγείας και της θεραπείας του.

Όταν οι διαθέσιμοι οικονομικοί και κοινωνικοί πόροι είναι περιορισμένοι, τότε το ρόλο του φροντιστή συχνά καλούνται να αναλάβουν σχεδόν εξ’ ολοκλήρου οι γονείς, τα παιδιά, τα αδέλφια, καθώς και άλλα οικεία πρόσωπα από το περιβάλλον του ατόμου με ψυχική νόσο. Οι άνθρωποι αυτοί, πολλές φορές αναλαμβάνουν το ρόλο του φροντιστή «μη συνειδητά», ενώ συχνά, οι ίδιοι αναφέρουν πως πρόκειται για μία υποσυνείδητη «ηθική επιταγή». Έτσι, σε αρκετές περιπτώσεις, στο ρόλο του φροντιστή βρίσκονται από τη μία στιγμή στην άλλη άτομα χωρίς καμία προηγούμενη γνώση και εμπειρία πάνω στον τομέα της ψυχικής υγείας. Το γεγονός αυτό, είναι λογικό να τους επιφορτίζει με επιπρόσθετο άγχος, καθώς και με ένα ισχυρό αίσθημα ευθύνης απέναντι στην υγεία του δικού τους ανθρώπου. Σταδιακά, οι φροντιστές καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τις προτεραιότητες στη δική τους οικογενειακή, επαγγελματική και προσωπική ζωή με βάση τις ιδιαίτερες ψυχικές και σωματικές ανάγκες, που επιδεικνύει σε κάθε στάδιο της θεραπείας του, το άτομο με κατάθλιψη.

Όταν οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες το επιτρέπουν, τότε η αρμοδιότητα της φροντίδας μπορεί να διαμοιραστεί ανάμεσα στους συγγενείς του ατόμου και σε ένα σύνολο επαγγελματιών από τον χώρο της ψυχικής υγείας. Όταν υπάρχει ορθή επικοινωνία και ανταλλαγή θετικών πρακτικών ανάμεσα στο οικογενειακό περιβάλλον και στους επαγγελματίες, τότε τα αποτελέσματα για την έκβαση της υγείας του ατόμου με κατάθλιψη μπορούν να είναι θεαματικά. Ωστόσο, και οι δύο ομάδες, φαίνεται πως έχουν ανάγκη από τη μέγιστη ηθική και υλικοτεχνική υποστήριξη, την οποία δύνανται να παρέχουν οι φορείς υγείας και πρόνοιας, που έχουν ιδρύσει τα σύγχρονα κράτη – μέλη.

Όσον αφορά τους «ανεπίσημους» φροντιστές (δηλαδή, συνήθως αναφερόμαστε στους συγγενείς) θα πρέπει να υπάρξει ειδική μέριμνα στον τομέα της εργασίας τους, έτσι ώστε να μπορούν να τους παρέχονται επιπρόσθετες άδειες και ευέλικτα ωράρια εργασίας, τα οποία, να τους επιτρέπουν να ανταποκρίνονται στις ιδιαίτερες απαιτήσεις, που απορρέουν μέσα από τη φροντίδα ενός ατόμου με κατάθλιψη. Επιπλέον, οι φροντιστές θα πρέπει να είναι σε θέση να παρακολουθούν δωρεάν ψυχο-εκπαιδευτικά προγράμματα και να συμμετέχουν σε εβδομαδιαίες συνεδρίες συμβουλευτικής υποστήριξης, έτσι ώστε να μπορούν να λαμβάνουν υγιή ανατροφοδότηση και να αποφορτίζονται συναισθηματικά.

Αναφορικά με τους «επίσημους» φροντιστές και τους επαγγελματίες στο χώρο της ψυχικής υγείας, η ανάγκη για έμπρακτη υποστήριξη από τους αρμόδιους φορείς των Ευρωπαϊκών κρατών θεωρείται εξίσου κρίσιμη. Πιο συγκεκριμένα, οι επαγγελματίες θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, σε σεμινάρια ανταλλαγής καλών πρακτικών, καθώς και σε δραστηριότητες ενισχυμένης εποπτείας και υποστήριξης από άλλους συναδέλφους στο χώρο της ψυχικής υγείας. Επιπλέον, είναι σημαντικό, οι εργαζόμενοι να έχουν πρόσβαση στα απαραίτητα μέσα για τη θεραπεία που επιθυμούν να εφαρμόσουν, καθώς και να αισθάνονται ότι αμείβονται αξιοπρεπώς για τις υπηρεσίες που παρέχουν.

Ανταποκρινόμενοι σε όλες αυτές τις ανάγκες, πρόσφατα, μαζί με άλλους Ευρωπαίους ηγέτες, δώσαμε ομόφωνα την έγκρισή μας για το σχεδιασμό και την εφαρμογή της Στρατηγικής «EU4Health 2021-2027». Πρόκειται για ένα καινοτόμο πρόγραμμα, το οποίο έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, να εκσυγχρονίσει και να αυξήσει τον αριθμό τόσο του ανθρώπινου δυναμικού όσο και του διαθέσιμου υλικοτεχνικού εξοπλισμού στο χώρο της υγείας, να προάγει την έρευνα και την πρόσβαση των πιο ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού στην υγεία, καθώς και να δημιουργήσει οικονομικά αποθέματα για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση μελλοντικών υγειονομικών «κρίσεων» στην Ευρώπη, όπως η πανδημία του COVID – 19. Την ίδια στιγμή, εγώ και ορισμένοι ακόμα συνάδελφοί μου Ευρωβουλευτές, με ακαδημαϊκές σπουδές και εργασιακή εμπειρία πάνω στον τομέα της υγείας, καταβάλλουμε συστηματικές προσπάθειες, έτσι ώστε σταδιακά, να θέσουμε τα θεμέλια για την οικοδόμηση μίας κοινής Ευρωπαϊκής πολιτικής για την Υγεία, με ιδιαίτερη έμφαση στο πεδίο της Ψυχικής Υγείας.

Εύχομαι η παρούσα συνάντηση να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για όλους τους συμμετέχοντες και να δώσει το έναυσμα για την επίτευξη ριζικών κοινωνικών μετασχηματισμών, που θα προάγουν το θεσμό της ψυχικής υγείας.

Σας ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση και για την ευκαιρία που μου δώσατε να βρίσκομαι σήμερα κοντά σας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *